Αυτή είναι η ιστορία του Γερμανού επιλοχία που οργάνωσε του “Σουμπερίτες” μαζί με Έλληνες προδότες και χωρίς κανέναν δισταγμό σκότωσε, βασάνισε, έθαψε και έκαψε ζωντανούς εκατοντάδες ανθρώπους σε Χανιά, Ηράκλειο και Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τον Σεπτεμβρίου του 1945 περίπου 100 Έλληνες όμηροι πολέμου επέστρεψαν στη χώρα. Ανάμεσα σε αυτούς βρισκόταν και ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, ένας μεσήλικας με γυαλιά οράσεως. Οι υπάλληλοι του αεροδρομίου της Ελευσίνας έλεγξαν την ταυτότητά του. Κάτι, όμως, δεν πήγαινε καλά. Αμέσως άρχισε η έρευνα προκειμένου να εξακριβωθεί η ταυτότητά του.
Ένας χωρικός που είδε καρφιτσωμένη τη φωτογραφία του, τον αναγνώρισε. Δεν επρόκειτο για τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη αλλά για τον Friedrich Schubert, τον Ναζί που κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα σφαγίασε εκατοντάδες αθώους, με τη βοήθεια Ελλήνων προδοτών. Εκείνος διαμαρτυρήθηκε έντονα, δηλώνοντας πως δεν έχει καμία σχέση με τον Ναζί εγκληματία.
Όλα τα στοιχεία, όμως, ήταν εναντίον του. Συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές και οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, όπου και παρέμενε μέχρι τη δίκη του από το Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου που στήθηκε στην Αθήνα. Η δίκη του ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1947. Ήταν η στιγμή που ολόκληρη Ελλάδα έμαθε για όλα τα εγκλήματα που διέπραξε ο συγκεκριμένος στρατιωτικός τόσο στη Κρήτη όσο και στην Μακεδονία.
«Άλλοι 10 σαν αυτόν και δε θα υπήρχε Ελλάδα»
Αυτή ακριβώς την πρόταση ξεστόμισε ένας από τους μάρτυρες των φρικαλεοτήτων που διέπραξε ο Friedrich Schubert μαζί με τη στρατιωτική του ομάδα. Κι όντως, τα λόγια του δεν ήταν μεταφορικά. Ας πάρουμε, όμως, την ιστορία από την αρχή. Γεννήθηκε στο Ντόρτμουντ το 1897. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο πολέμησε με τη Wermacht ενώ βρέθηκε στη Σμύρνη προκειμένου να αναδιοργανώσει μέρη του οθωμανικού στρατού που πολεμούσε κατά της Αντάντ.
Όπως αρκετοί Γερμανοί βετεράνοι του πολέμου, έγινε μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος το 1934 με αριθμό μητρώου 3397778. Επίσης στα γερμανικά αρχεία της Βέρμαχτ βρέθηκε το στρατιωτικό του μητρώο σχετικά με την υπηρεσία του στην Ελλάδα. Δεν αναφέρεται πουθενά ότι ήταν μέλος της Γκεστάπο. Εν τούτοις, ο Γ. Κ. Κυριακόπουλος αναφέρει ότι ήταν μέλος της Γκεστάπο με τον βαθμό του Unterscharführer (Δεκανέα).
Η ανάμειξή του με τα ελληνικά τεκταινόμενα ξεκίνησε το 1941, όταν έφτασε στην Κρήτη. Από τη στιγμή που πρωτοεμφανίστηκε στην Κρήτη, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες στο νησί σχετικά με την καταγωγή του. Ο Σούμπερτ ήταν γλωσσομαθής και μεταξύ των γλωσσών που μιλούσε ήταν και η τουρκική και καθώς μιλούσε με ηλικιωμένους Μικρασιάτες που ζούσαν στο Ρέθυμνο στα τουρκικά και η φυσιογνωμία του θύμιζε ανατολίτη, οι ντόπιοι του έδωσαν το παρατσούκλι ο “Τούρκος”. Σύμφωνα με αναφορά της εφημερίδας “Ριζοσπάστης”, στο φύλλο της 17 Δεκεμβρίου 1945, ο Σούμπερτ:
“…κατάγεται από τη Σμύρνη, αγνώστου πατρός και μητέρας τροτέζας. Παρελήφθη υπό του Γερμανικού κράτους από μικρή ηλικία και εκπαιδεύθηκε ως μηχανικός στα εργοστάσια Κρουπ…”
Είχε δε ακουστεί ότι ο ίδιος εκμυστηρεύθηκε σε Έλληνες ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Πέτρος Κωνσταντινίδης, το οποίο το άλλαξε όταν ήταν νέος και υπό την προστασία του Γερμανού προξένου στη Σμύρνη, στάλθηκε στη Γερμανία για να σπουδάσει. Επιπλέον είχε ακουστεί ότι μετά το τέλος των σπουδών επέστρεψε στη Σμύρνη, υπηρέτησε στον Τουρκικό στρατό και παρασημοφορήθηκε. Λέγεται ότι το παράσημο αυτό σε σχήμα μισοφέγγαρου το φορούσε με υπερηφάνεια. Στην “έκθεση εξαγομένου” των δικαστικών αρχών Θεσσαλονίκης της 17ης Οκτωβρίου του 1945 προτείνεται “όπως ο Γερμανός επιλοχίας Σούμπερτ Φριτς του Άντον ή Κωνσταντινίδης Κωνσταντίνος[…] δικασθή ως εγκληματίας πολέμου”.

O Σούμπερτ στην Κρήτη και η δράση του στο νησί
Ο Σούμπερτ, με τον βαθμό του δεκανέα, βρέθηκε στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στο Ρέθυμνο όπου έκανε τον διερμηνέα του Γερμανού φρούραρχου της πόλης, πιθανόν το καλοκαίρι του 1941. Στα μέσα του επόμενου χρόνου και όντας μέλος της Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας τοποθετήθηκε επικεφαλής ομάδας Γερμανών και Ελλήνων, της οποίας η βάση ήταν στο χωριό Αυγενική (σήμερα στον νομό Ηρακλείου) και από όπου προέβαιναν σε εκτελέσεις, βασανιστήρια και λεηλασίες στην ευρύτερη περιοχή. Τα εγκλήματα του Σούμπερτ και της ομάδας του προκάλεσαν τις διαμαρτυρίες των κατοίκων προς τις γερμανικές αρχές του Ηρακλείου με αποτέλεσμα ο φρούραρχος, στρατηγός Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ να διατάξει τη σύλληψη του. Τελικά όμως ο Σούμπερτ όχι μόνο αποφυλακίστηκε το φθινόπωρο του 1943, πιθανόν με παρέμβαση του στρατιωτικού διοικητή Κρήτης, στρατηγού Μπρούνο Μπρόιερ, και ενώ είχε παραμείνει στη φυλακή μόλις ένα μήνα, αλλά και προήχθη από τον Μπρόιερ σε επιλοχία. Ο τελευταίος μάλιστα όταν ο πρωτοσύγκελλος Ψαλιδάκης διαμαρτυρήθηκε για την αποφυλάκιση του Σούμπερτ δήλωσε ενθουσιασμένος με το έργο του χαρακτηρίζοντας τον Γερμανό υπαξιωματικό ως έναν από τους καλύτερους του γερμανικού στρατού και δηλώνοντας ότι ήταν απαραίτητος για την ασφάλεια των γερμανικών στρατευμάτων μέσω της τρομοκράτησης των κατοίκων.
Οι “Σουμπερίτες”
Την ίδια περίοδο με εντολή του Μπρόιερ ο Φριτς Σούμπερτ συγκρότησε την Καταδιωκτική Ομάδα Σούμπερτ (Jagdkommando Schubert), ένα ειδικό στρατιωτικό σώμα για την καταδίωξη ανταρτών. Στην ομάδα αυτή συμμετείχαν γύρω στα 100 άτομα πολλά από τα οποία ήταν Έλληνες κατάδικοι (πολλοί και για βαριά εγκλήματα-ανθρωποκτονίες κ.λ.π.) που αποφυλακίστηκαν ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή τους στην ομάδα του Σούμπερτ. Οι άνδρες αυτοί αποκλήθηκαν από τους Κρητικούς “Σουμπερίτες”. Πυρήνας τους ήταν η οικογένεια των Τζουλιάδων από το χωριό Κρουσώνας Ηρακλείου.
Στην Κρήτη ο χαρακτηρισμός «Σουμπερίτης» αποτελεί ακόμη βαριά βρισιά· δηλώνει τον υπάνθρωπο, το απόβρασμα, τον χυδαίο προδότη. Κι αυτό γιατί τα μέλη της ομάδας χρησιμοποίησαν κάθε είδος βασανιστηρίου. Έβγαζαν τα νύχια ή τα μάτια των χωρικών για να τους αναγκάσουν να προδώσουν τους αντάρτες ή χάραζαν το σώμα τους με συρμάτινες βούρτσες και μετά άλειφαν τις αιμορραγούσες πληγές με αλάτι.
Αυτό έκαναν στον Κώστα Μπαντουβά, αδελφό του αρχηγού της αντίστασης στην Κρήτη, για να αποκαλύψει πού είχε κρύψει ένα μεγάλο φορτίο με όπλα και πυρομαχικά στο Μετόχι Βορού Μονοφατσίου. Εκείνος όμως δεν αποκάλυψε το παραμικρό. Αφού του έσπασαν και τα κόκαλα στα άκρα, τον έθαψαν ενώ ήταν ακόμη ζωντανός. Ήταν ένας μαρτυρικός θάνατος που συγκλόνισε τους συναγωνιστές του.
Μέχρι τις αρχές του 1944 οι “Σουμπερίτες” με την καθοδήγηση του Σούμπερτ, προέβησαν στην εκτέλεση περισσότερων από 200 ανθρώπων σε διάφορα χωριά της Κρήτης, όπως στην Καλή Συκιά, στον Καλλικράτη, στο Μουρί κ.α.
Τα «Κρεματόρια» της Κρήτης
Οι «Σουμπερίτες» στην Κρήτη ήταν από τους πρώτους που έκαιγαν τα θύματά τους. Η αρχή έγινε στις 6 Οκτωβρίου 1943, στο χωριό Καλή Συκιά Ρεθύμνου. Τα αποκαλούμενα «ελληνικά SS», αφού πρώτα λεηλάτησαν τα σπίτια, τους έβαλαν φωτιά και φώναξαν τις γυναίκες που έμεναν σε αυτά να τη σβήσουν. Όταν εκείνες έπιασαν τους κουβάδες, τις πέταξαν μέσα και τις έκαψαν ζωντανές. Η 28χρονη Ευαγγελία Γρυντάκη ήταν μία από τις 12 γυναίκες που κάηκαν ζωντανές. Πρώτα της πήραν από την αγκαλιά τον γιο της, που ήταν μόλις είκοσι μηνών, και τον πέταξαν στο χώμα. Έτσι το μωρό γλίτωσε, αλλά η μάνα, που ήταν οχτώ μηνών έγκυος, κάηκε ζωντανή.

Ένας “ψυχοπαθής” στο ψυχιατρείο
Την Πρωτοχρονιά του 1944 μια ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ που βρισκόταν στο χωριό Μεσκλά δέχθηκε επίθεση από ένα απόσπασμα του Σούμπερτ. Στη διάρκεια της μάχης που επακολούθησε οχτώ μέλη της ομάδας του Σούμπερτ σκοτώθηκαν. Στη συνέχεια η γερμανική διοίκηση αποφάσισε τη διάλυση της Jagdkommando Schubert και ο Σούμπερτ με διαταγή του Μπρόιερ συνελήφθη, κρατήθηκε και χαρακτηρίστηκε ψυχοπαθής και στις 11 Ιανουαρίου του 1944 μεταφέρθηκε στην Αθήνα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, όταν έφτασε στον Πειραιά κλείστηκε αρχικά στο ψυχιατρείο. Πάντως μαζί με τον Σούμπερτ φαίνεται ότι μεταφέρθηκαν στην Αθήνα από την Κρήτη και ορισμένοι από τους άντρες του, γύρω στα 35 άτομα, οι οποίο τελικά, μαζί και με άλλους που στρατολογήθηκαν στην πρωτεύουσα, στάλθηκαν μαζί με τον Σούμπερτ στα τέλη Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου στη Μακεδονία.Εκεί μαζί με τους εναπομείναντες άντρες του, δημιούργησε ξανά το σώμα του. Η περιοχή που δέχτηκε το μεγαλύτερο μένος των επιθέσεών του ήταν ο Χορτιάτης. Με πρόσχημα τον θάνατο ενός Γερμανού στρατιώτη από αντιστασιακές ομάδες, συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα της περιοχής σε δύο κτίρια και έβαλαν φωτιά με αποτέλεσμα να καούν ζωντανοί 149 άνθρωποι.
Η φυγή, η επιστροφή και η σύλληψή του
Προς τα τέλη του Οκτωβρίου του 1944, και αφού είχε απελευθερωθεί η Αθήνα, ο Σούμπερτ με μερικούς από τους άνδρες του ακολούθησε τα γερμανικά στρατεύματα που αποχωρούσαν από την Ελλάδα και έφτασε στη Βιέννη τον Φεβρουάριο του 1945. Τρεις μήνες αργότερα κατέφυγε στο Σβατς που παραδόθηκε στους Αμερικανούς στις 4 Μαΐου. Εκεί ο Σούμπερτ παρουσιάστηκε στους Αμερικανούς στρατιώτες, ισχυρίστηκε ότι το όνομά του ήταν Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης και αφού χαρακτηρίστηκε εκτοπισμένος και κρατήθηκε σε στρατόπεδο με άλλους Έλληνες.

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1945επιβιβάσθηκε σε ένα C-47 Skytrain με προορισμό το αεροδρόμιο της Ελευσίνας και “επαναπατρίστηκε” στην Ελλάδα. Λίγες ώρες αργότερα το μεταγωγικό αεροσκάφος προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας όπου περίμενε ένα κλιμάκιο του Κέντρο Αλλοδαπών, το οποίο ήταν επιφορτισμένο να εξετάσει τους Έλληνες και ξένους που έφθαναν στην Ελλάδα που είτε είχαν συλληφθεί από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και είχαν οδηγηθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, είτε διώκονταν από τους Γερμανούς την περίοδο του πολέμου.Μετά την προσγείωση ο κυβερνήτης του αεροσκάφους παρέδωσε την κατάσταση των επιβατών και ένα φάκελο της Επιτροπής Παλιννοστήσεως Ομήρων. Ο επικεφαλής υπαρχιφύλακας Αναστασιάδης φώναζε τα ένα- ένα τα ονόματα από την κατάσταση, οι παλιννοστούντες απαντούσαν παρών και ένας αστυφύλακας τους οδηγούσε σε ένα διπλανό γραφείο όπου γινόταν η αρχική ταυτοποίηση των στοιχείων. Καθώς η διαδικασία εξελισσόταν κανονικά, ο Αναστασιάδης φωνάζει και το όνομα Τάκης Κωνσταντινίδης και ακούει ένα «παρών» με περίεργη και βαρεία προφορά.
Αυτό του κινεί υποψίες, αλλά κοιτά δήθεν αδιάφορα τον άνδρα που του απάντησε, ο οποίος βρίσκεται στην γραμμή με τους άλλους παλιννοστούντες. Πρόκειται για ένα λιπόσαρκο μεσήλικα, κοινής φυσιογνωμίας, μετρίου αναστήματος με φαλάκρα και γυαλιά. Ο Αναστασιάδης τον ρωτά με χαλαρό ύφος από που κατάγεται και εκείνος του απαντά ότι είναι έλληνας από την Βέροια, το οποίο όμως ηχεί περίεργα στα αυτιά του έμπειρου αστυνομικού. Πλέον είναι πεπεισμένος ότι η προφορά του είναι ξενική.
Με έκπληξη διαπίστωσε ότι κανείς δεν τον γνώριζε πριν το στρατόπεδο της Αυστρίας στο Σβατς, και από πουθενά δεν προέκυπτε ότι ήταν έλληνας από την Βέροια. Ωστόσο μια από τις γυναίκες που επέβαινε και αυτή στο αεροπλάνο, η Άννα Πίντερ, μία χορεύτρια από την Αυστρία, αποκάλυψε ότι ο Κωνσταντινίδης είναι γερμανός.
Φθάνοντας στην έδρα της υπηρεσίας του, ο Αναστασιάδης έχοντας πεισθεί ότι ο Κωνσταντινίδης δεν είναι έλληνας αναφέρει όλα τα πεπραγμένα στον Αστυνόμο Αβραάμ Βαλσάμη. Ο Βαλσάμης μαζί με τον ανθυπαστυνόμο Γεώργιο Δουκάκη αντιλαμβάνονται ότι πιθανό στο χέρια τους να έχουν κάποιον κατάσκοπο ή δοσίλογο και ξεκινούν εντατικές ανακρίσεις εκ περιτροπής. Ο Κωνσταντινίδης προσπαθεί να συγκινήσει στους αστυνομικούς λέγοντας ότι ενώ έχει υποφέρει τα πάνδεινα τόσα χρόνια από του γερμανούς, έρχεται την χώρα του να αντί οι αρχές να τον βοηθήσουν τον ταλαιπωρούν με άσκοπές ανακρίσεις. Ωστόσο ο έμπειρος Βαλσάμης δεν πέφτει στην παγίδα και στη συνέχεια αναλαμβάνει την ανάκριση ο Δουκάκης. Ο Κωνσταντινίδης αλλάζει τακτική λέγοντας ότι είναι γερμανός και επέστρεψε στην Ελλάδα για να βρει και να παντρευτεί μια ελληνίδα από την Θεσσαλονίκη που είχε γνωρίσει την περίοδο του πολέμου.
Έτσι συνέχισε επί ώρες την ανάκριση και κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και στο χώρο ανάκρισης εισήλθε ο κάποιος Κουρκούτης ναυτικός πράκτορας στο επάγγελμα ο οποίος είχε μεταβεί στο Κέντρο Αλλοδαπών ως μάρτυρας σε μια υπόθεση δοσιλογισμού στα Χανιά. Ενώ μιλούσε με τον Δουκάκη ο έμπειρος ανθυπαστυνόμος παρατήρησε ότι ο Κουρκούτης έστρεφε συνεχώς το βλέμμα στον Κωνσταντινίδη σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί ποιος είναι. Ο Δουκάκης διέκοψε προσωρινά την ανάκριση και πήγε με τον Κουρκούτη σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου ο ναυτικός πράκτορας είπε στον ανθυπαστυνόμο ότι είναι σχεδόν βέβαιος ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο επικηρυγμένος από τις ελληνικές αρχές εγκληματίας πολέμου Φρίτζ Σούμπερτ. Ταυτόχρονα, βρίσκεται και άλλος ένας μάρτυρας ο συνταγματάρχης Οικονόμου που είχε πολεμήσει στην Κρήτη και αναγνώρισε τον δημιουργό των “Σουμπεριτών” Schubert.

Η δίκη και η εκτέλεση του Friedrich Schubert
Στις 28 Ιουλίου του 1947 ξεκίνησε στο Ειδικό Δικαστήριο Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα η δίκη του Σούμπερτ για εγκλήματα που είχε διαπράξει στη διάρκεια της κατοχής στην Κρήτη και στη Μακεδονία. Μέρος του κατηγορητηρίου είχε ως εξής:
«…διότι ενήργησεν άνευ λόγου στρατιωτικής ανάγκης τας πράξεις ταύτας, αίτινες δεν εξυπηρέτουν πολεμικούς σκοπούς, ως είναι ειδικώτερον αι εκτελέσεις αθώων πολιτών και δη γερόντων, γυναικών και παίδων και […] εκ προμελέτης απεφάσισε και εσκεμμένως εξετέλεσεν ανθρωποκτονίας κατά των κάτοθι αναφερομένων Ελλήνων»
Στη διάρκεια της δίκης οι μάρτυρες περιέγραψαν τα εγκλήματα του Σούμπερτ, ένας δε μάρτυρας από τα Γιαννιτσά δήλωσε στην κατάθεσή του: «Αν υπήρχαν δέκα Σούμπερτ δεν θα υπήρχαν Έλληνες σήμερα».
Ο Σουμπερτ δήλωσε αθώος, αρνήθηκε να απολογηθεί και ζήτησε να καλέσει από τη Γερμανία δικηγόρους και μάρτυρες υποστηρίζοντας ότι υπό τις παρούσες συνθήκες δεν παρέχονταν εγγυήσεις για την απονομή δικαιοσύνης σε αυτόν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι του ήταν δύσκολο να συνεννοηθεί με τους Έλληνες συνηγόρους του λόγω της γλώσσας. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και τον κάλεσε ξανά να απολογηθεί όμως εκείνος αρνήθηκε και πάλι και δήλωσε ότι θα έκανε αίτηση χάριτος προς τον βασιλιά.



Τελικά στις 5 Αυγούστου το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο και τον καταδίκασε 27 φορές σε θάνατο, δεκαέξι φορές για τα εγκλήματα στην Κρήτη και εννιά για τα εγκλήματα στη Μακεδονία, μολονότι τα τελευταία ήταν περισσότερα. Η απόφαση αυτή όμως δεν αφορά το σύνολο των εγκλημάτων καθώς ο Σούμπερτ στη δίκη αυτή δεν δικάστηκε για το σύνολο των εγκλημάτων του. Στην απόφαση αυτή δεν αναφέρεται καθόλου το ελληνικό ονοματεπώνυμο.
Την 1η Οκτωβρίου ο Σούμπερτ μεταφέρθηκε στις φυλακές Επταπυργίου στη Θεσσαλονίκη για να δικαστεί για αλλά εγκλήματα που είχε τελέσει στη Μακεδονία. Οκτώ ημέρες αργότερα εμφανίστηκε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων στη Θεσσαλονίκη, μαζί με 9 μέλη της ομάδας του ενώ άλλα 49 επρόκειτο να δικαστούν ερήμην. Τελικά το δικαστήριο δέχτηκε την ένσταση αναρμοδιότητας που κατέθεσαν οι συνήγοροί του επειδή ο Σούμπερτ ήταν Γερμανός πολίτης και ότι μόνο αρμόδιο ήταν το Ειδικό Δικαστήριο Εγκληματιών Πολέμου.
Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις φυλακές Επταπυργίου και εκτελέσθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1947, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί η αίτηση χάριτος που είχε υποβάλλει και χωρίς να έχει δικαστεί για όλα τα εγκλήματα που είχε διαπράξει στη Μακεδονία. Σύμφωνα με τον “Ριζοσπάστη”, οι τελευταίες του λέξεις, τις οποίες απεύθυνε σε καθολικό ιερέα που ήταν επιφορτισμένος να τον μεταλάβει, ήταν οι εξής:
“Η Γερμανία ζη και δεν πεθαίνει. Εύχομαι να ξαναγίνη μεγάλη για να μπορέσει να ξεπληρώση όσα υποφέρει σήμερον”
Λίγο πριν την εκτέλεση ένας πρώην αξιωματικός του ελληνικού στρατού, ο Ε. Μάλαμας ζήτησε να του επιτραπεί να τον σκοτώσει εκείνος. Το αίτημα του δεν έγινε δεκτό. Εκείνος τότε ζήτησε να δώσει τη χαριστική βολή. Η απάντηση που έλαβε, όμως, ήταν επίσης αρνητική. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, επρόκειτο για τον πατέρα ενός γιου που ο Friedrich Schubert είχε εκτελέσει μαζί με ακόμη 15 άλλους άντρες στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης.
Τη χαριστική βολή έδωσε ο επικεφαλής αξιωματικός, ο όποιος όπως απαθανάτισε ο φωτογράφος Σωκράτης Ιορδανίδης, δεν δίστασε ούτε στιγμή να τραβήξει σκανδάλη.















