Καλάμι Βιάννου: Το ερημωμένο χωριό-φάντασμα της Κρήτης

Πως ένα κεφαλοχώρι που είχε μέχρι και τελωνείο, κατέληξε σχεδόν ακατοίκητο.

Το Καλάμι είναι ένα ημιορεινό χωριό του Δήμου Βιάννου στο νότιο Ηράκλειο. Είναι χτισμένο στην άκρη μικρού λεκανοπεδίου σε υψόμετρο 480 μέτρων, σε ένα τοπίο με βουνά, ποτάμια και νερόμυλους και απέχει από το Ηράκλειο 78 χλμ., από την Άνω Βιάννο 14 χλμ. και από την Ιεράπετρα 31 χλμ. Όμως, δυστυχώς, η πλούσια βλάστηση και η φυσική ομορφιά του δεν στάθηκαν αρκετά για να κρατήσουν τους κατοίκους του.

Μέχρι τη δεκαετία του ’80 υπήρξε μια ζωντανή, δυναμική κοινότητα προκομμένων ανθρώπων, δουλευτών της κρητικής γης. Τότε το Καλάμι είχε πάνω από 150 οικογένειες και περίπου 600 κατοίκους. Σήμερα η εικόνα που παρουσιάζει το Καλάμι, έχει έντονα τα σημάδια της ερήμωσης: δύο άνθρωποι απέμειναν ως μόνιμοι κάτοικοι. Τα περισσότερα σπίτια είναι εγκαταλελειμμένα, γιατί οι οικογένειες του χωριού από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισαν να μετοικούν στα μετόχια τους στην (πανέμορφη) παραλιακή ζώνη της περιοχής τους. Σήμερα οι περισσότερες οικογένειες με καταγωγή από το Καλάμι ζούνε στην Ψαρή Φοράδα, έναν παραθαλάσσιο οικισμό της νότιας Κρήτης. Η επίσημη απογραφή του 2001 αναφέρει ότι το Καλάμι τη χρονιά εκείνη είχε 44 κατοίκους.

Το Καλάμι μοιάζει σήμερα με απόκοσμο κινηματογραφικό σκηνικό- όχι μόνο γιατί είναι έρημο, άδειο από φωνές και βήματα, αλλά και γιατί είναι ένας γραφικός οικισμός σε έναν «δύσκολο», πάντως όμορφο τόπο. Παραδοσιακό κρητικό χωριό με χαρακτηριστικό, έντονο οικιστικό πυρήνα: καλντερίμια και αυλές, πετρόκτιστα σπίτια με σμιλευμένα υπέρθυρα, κατώγια και ανώγια με ξύλινες εσωτερικές σκάλες, βεράντες και πεζούλες σκιερές. Οι δρόμοι είναι πολύ στενοί και λιθόστρωτοι και δεν επιτρέπουν την κυκλοφορία αυτοκινήτου. Αυτοκίνητα περνούν μόνο από τον περιφερειακό δρόμο του χωριού.

Πως προέκυψε η ονομασία Καλάμι

Την περίοδο που ιδρύθηκε το χωριό Άραβες και Τούρκοι λεηλατούν και καταστρέφουν εκκλησίες. Κάτοικοι από τις παραθαλάσσιες περιοχές άρχισαν να ανεβαίνουν προς τα βουνά. Το Καλάμι οικοδομήθηκε σε ένα μικρό, ημιορεινό λεκανοπέδιο, αθέατο από τη θάλασσα. Πολλά χωριά σε ολόκληρη τη Μεσόγειο θάλασσα δημιουργήθηκαν με αυτό το σκεπτικό: ήταν μια τακτική προστασίας των ανθρώπων από την πειρατεία, τις λεηλασίες και βιαιοπραγίες. Οι εχθροί έρχονταν πάντα από τη θάλασσα.

Οι χριστιανοί που τότε κατέφυγαν στην περιοχή, ύψωσαν ένα καλάμι στη θεση της σημερινής εκκλησίας (Άγιος Γεώργιος- Χαράλαμπος), μέσα στην αθέατη ρεματιά του ποταμού Μπλαβάρη. Επικράτησε έτσι η φράση «πάμε στο καλάμι», προκειμένου να ασκήσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα αθέατοι.

Τα πρώτα σπίτια- κελιά κτίστηκαν γύρω από την εκκλησία. Αυτή ήταν η πρώτη γειτονιά του χωριού και πήρε την ονομασία “κελιά”. Η δόμηση ήταν πυκνή, οι κατοικίες κτιζόντουσαν η μία πάνω στην άλλη και με κοινές μεσοτοιχίες γιατί οι άνθρωποι ήθελαν να εκμεταλλευτούν και τον μικρότερο, πολύτιμο χώρο.

Η ζωή στο Καλάμι δεν ήταν εύκολη μέχρι και τη σύχρονη εποχή. Οι συνθήκες αερισμού και υγιεινής ήταν ανεπαρκείς και οι δρόμοι στενοί, λιθόστρωτοι ή χωμάτινοι. Στη σύγχρονη εποχή είναι απροσπέλαστοι από αυτοκίνητο, παλιότερα δε χωρούσαν να περάσουν δύο ζώα φορτωμένα όταν συναντιόντουσαν από αντίθετη κατεύθυνση. Δεν υπήρχε ύδρευση, δεν υπήρχε δρόμος για την αποκομιδή των απορριμάτων.

Το Καλάμι είχε γίνει κοινότητα ήδη από το 1925, με πληθυσμό περισσότερους από 350 κατοίκους, ενώ στην απογραφή του 1961 το χωριό είχε 187 οικογένειες με 501 μόνιμους κατοίκους. Ήταν ένα κεφαλοχώρι που είχε τα πάντα: μεγάλο εμπορικό κατάστημα υφασμάτων και πανδοχείο, φούρνους, παντοπωλεία, καφενεία και γενικά όλα τα επαγγέλματα: ραφτάδικο, σαμαράδικο, πεταλωτήριο, χαλκιδιό. Είχε επίσης ελαιοτριβεία, αλευρόμυλο και μηχανικό εξοπλισμό κονσερβοποίησης. Στο χωριό λειτουργούσε δημοτικό σχολείο, η εκκλησία του ήταν και ενορία, υπήρχε αγροφυλακή και Μορφωτικός Σύλλογος Νεολαίας με πολυποίκιλλες δράσεις όπως διοργάνωση δενδροφυτεύσεων και εράνων, ενέργειες καλλωπισμό του δημόσιου χώρου και θεατρική ομάδα!

Μέχρι το 1916 στην εκκλησία του χωριού στεγάζονταν δυο ενορίες, με παπάδες τους αδερφούς Αντώνη και Γρηγόρη Μαυράκη. Μάλιστα στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, τη μια χρονιά το πανηγύρι γίνονταν στη μία ενορία (απάνω γειτονιά) και την επόμενη στην άλλη ενορία (κάτω γειτονιά), με ξεχωριστή λαμπρότητα. Το Καλάμι γνώρισε μεγάλη ακμή τη δεκαετία του 1930 (μέχρι τη γερμανική κατοχή). Υπήρξε το πιο ανεπτυγμένο εμπορικό κέντρο του δήμου. Στην παραλία της Ψαρής Φοράδας, από το 1920, υπήρχε τελωνείο καθώς και εφτά αποθήκες (μαγατζέδες), όπου έρχονταν τα πλοία για να ξεφορτώσουν αλλά και να φορτώσουν διαφόρων ειδών εμπορεύματα ολόκληρου του δήμου. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με ζώα, μέσω Καλαμίου και έφταναν μέχρι το Αρκαλοχώρι.

Το 1929 ανεγέρθηκε το πρώτο πετρελαιοκίνητο ελαιοτριβείο στο χωριό. Το εργοστάσιο αυτό αποτέλεσε σταθμό προόδου και η περιοχή που ήταν και είναι ελαιοπαραγωγική, παρήγε ελαιόλαδο με νέο σύστημα και άνεση. Το 1931 ιδρύθηκε και δεύτερο, υδροκίνητο αυτή τη φορά, ελαιουργικό εργοστάσιο, γιατί το ένα μόνο δεν επαρκούσε για τις ανάγκες των κατοίκων. Την ίδια εποχή λειτουργούσε και υδροκίνητος αλευρόμυλος. Μεγάλη άνθιση επίσης γνώρισαν όλων των τα επαγγέλματα, πολλά από τα οποία σήμερα έχουν εκλείψει. Μεταξύ αυτών υπήρχε σωμαράς, ντενεκετζής, χαρκιάς, τσαγκάρης, ράφτης, μαμμή και πολλά άλλα. Ξεχωριστή θέση κατείχε το παντοπωλείο που πουλούσε, ανάμεσα στα άλλα είδη, εκλεκτά υφάσματα από την Αθήνα και το Ηράκλειο κι έρχονταν άνθρωποι από όλο το δήμο για να ψωνίσουν. Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής ολόκληρος ο δήμος Βιάννου έζησε το δράμα της καταστροφής.

Το 1949 έφτασε στο Καλάμι συνεργείο ανοικοδόμησης, αποτελούμενο από πέντε Ελβετούς, οι οποίοι οικοδόμησαν πολλές κατεστραμμένες κατοικίες. Το σπουδαιότερο όμως έργο, που έγινε τότε στην περιοχή, ήταν η κατασκευή υδραγωγείου με σιδεροσωλήνες και τσιμενταγωγό. Την ίδια χρονιά έγινε και η διάνοιξη της αμαξιτής οδού Βιάννου-Συκολόγου.

Το 1952 έγινε η διάνοιξη του δρόμου Συκολόγου-Γδοχίων και επικοινώνησε πλέον οδικώς το χωριό με την Ιεράπετρα. Μέχρι τότε, ο μοναδικός δρόμος που υπήρχε για την Ιεράπετρα, ήταν ένα λιθόστρωτο μονοπάτι που είχε φτιαχτεί επί τουρκοκρατίας. Το οδικό δίκτυο για Ηράκλειο και Ιεράπετρα βελτιώθηκε μετά τη δεκαετία του ’60, όταν ασφαλτοστρώθηκαν οι δρόμοι μέχρι το Καλάμι.

Η οικονομία του χωριού ανέκαθεν στηριζόταν στην αγροτική παραγωγή και πολύ λιγότερο στην κτηνοτροφία, τη μελισσοκομία, την οικοτεχνία. Στο Καλάμι και στην γύρω περιοχή υπήρχαν κυρίως ελαιόδεντρα και αμυγδαλιές ή χαρουπιές, λίγα αμπέλια και σιτηρά προς τις παραλιακές εκτάσεις, όπως και κάποια οπωροκηπευτικά. Οι αρχές της δεκαετίας του 1960 σηματοδοτούν μία περίοδο οικονομικής ανάπτυξης- αρχίζει τότε η υπαίθρια καλλιέργεια πρώιμων κηπευτικών και αμέσως μετά η μπανανοκαλλιέργεια στην παραλιακή ζώνη.

Πότε ξεκίνησε η ερήμωση του χωριού

Αυτό δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Πάντως αυτή η μετοίκηση συντελέστηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα σε περίπου δέκα χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 έως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80. Το 1997 υπήρχαν περίπου 15 μόνιμοι κάτοικοι στο Καλάμι- σήμερα έχουν απομείνει μόνο δύο.

Τα παλιά χρόνια η άρδευση στα μετόχια των Καλαμιωτών προς την ακτογραμμή γινόταν από λιγοστά πηγάδια με υφάλμυρο νερό. Όταν έγιναν οι πρώτες γεωτρήσεις και όσο αυτές πολλαπλασιάζονταν, ανάλογα πολλαπλασιάστηκαν και οι εξωτερικές καλλιέργειες, κυρίως ντομάτας, ακόμα και κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Τότε το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων άρχισε να βελτιώνεται αισθητά. Η εσωτερική μετανάστευση ανακόπηκε και μάλιστα αρκετοί κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό από την Αθήνα. Αρχικά το Καλάμι παρέμεινε ο κύριος τόπος κατοικίας τους- κατά τους χειμερινούς όμως μήνες οι κάτοικοι ζούσαν στους νοτιότερους οικισμούς όπου οι κλιματολογικές συνθήκες ήταν πιο ήπιες. Άλλωστε εκεί ήταν πιο κοντά και στα μετόχια τους, όπου είχαν αναπτύξει τις πρώτες καλλιέργειες. Με τα χρόνια έφτιαξαν εκεί καινούργια σπίτια και σταδιακά οι περισσότεροι Καλαμιώτες μετοίκησαν μόνιμα σε παραλιακούς οικισμούς όπως η Ψαρή Φοράδα και η Σιδωνία.

Η κυρία Βαγγελιώ Δασκαλάκη είναι γέννημα θρέμμα Καλαμιώτισα, εκπαιδευτικός και πρώην πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού της αναφέρει:

Δεν φύγαμε από τον τόπο μας όμως. Σε πατρογονικά μας χώματα εξακολουθούμε να ζούμε.

Τα σπίτια στο Καλάμι δεν εγκαταλείφθηκαν από εμάς- τα αφήσαμε όπως ήτανε. Για αυτό μπορεί να δείτε διάφορα αντικείμενα, συναισθηματικής κυρίως αξίας, μέσα στα σπίτια του χωριού. Αφήσαμε διάφορα πράγματά μας στο Καλάμι γιατί όταν φτιάξαμε τα καινούργια σπίτια μας στους παραλιακούς οικισμούς, θέλαμε να μπορούμε να ζούμε και στο Καλάμι, να επιστρέφουμε.

Τα σπίτια όμως έγιναν έρμαια του χρόνου. Και της παραβατικότητας, σε μια περιοχή όπου αστυνόμευση δεν υπάρχει. Τα σπίτια μας “ανοίχτηκαν” από άτομα που ήξεραν ότι το χωριό είναι έρημο και δε φυλάσσεται, οι διαρρήξεις και οι λεηλασίες ήταν συνεχείς, απανωτές.

Πηγαίναμε εμείς την άλλη μέρα, επισκευάζαμε τις πόρτες, φτιάχναμε τις κλειδαριές… Αλλά όταν (κάποιοι) έβλεπαν ένα σπίτι κλειδωμένο, θεωρούσαν ότι έχει μέσα πράγματα αξίας. Και έκαναν νέα διάρρηξη.

Το δικό μου σπίτι είναι στο κέντρο του χωριού- τελικά άφησα ένα σημείωμα “πάρτε ότι θέλετε αλλά κλείστε την πόρτα φεύγοντας”. Γιατί έμπαιναν τα ζώα μέσα στα σπίτια, έχω βρει το σπίτι μου ανοιγμένο και με κατσίκια μέσα. Από ένα σημείο και μετά απελπίζεσαι, νιώθεις ότι δεν ωφελεί να προσπαθείς.

Πριν κάποια χρόνια ο κύριος Γιαννόπουλος από το Χαμόγελο του Παιδιού επισκέφτηκε το Καλάμι με σκοπό να δημιουργηθούν εδώ σπιτια για τα παιδιά. Θα αναστηλώνονταν και θα επισκευάζονταν σπίτια του χωριού και θα χρησιμοποιούνταν για τη φιλοξενία παιδιών. Και όλοι οι Καλαμιώτες, σε τεράστια πλειοψηφία, ήμασταν πρόθυμοι να υποστηρίξουμε το εγχείρημα. Αλλά η οικονομική κρίση που ήρθε μετά από λίγο, ακύρωσε και αυτή την προσπάθεια.

Μακάρι οι Καλαμιώτες να τα καταφέρουν και να ξαναδώσουν (καθημερινή) ζωή στο χωριό που μεγάλωσαν, στα πατρικά τους σπίτια- να αντηχήσουν πάλι φωνές, να ακουστούνε βήματα στα σπίτια και τα καλντερίμια του χωριού τους. Μια ωραία τους, ευγενική προσπάθεια να δώσει καρπούς, ακόμα και εν μέσω της δυστοπίας που ζούμε. Ειδικά εν μέσω της δυστοπίας που ζούμε.

ΠΕΨΕ ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ ΣΤΣΙ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ