Μία βόλτα στο Ηράκλειο του 1958, μέσα από πλάνα της ταινίας «Το νησί της σιωπής»

Δεν είναι απλώς εικόνες· είναι μικρές στιγμές ζωής που καταγράφονται μέσα σε 2 λεπτά και 31 δευτερόλεπτα, με φόντο την πόλη που τότε ήταν πιο απλή, πιο ήσυχη, πιο αυθεντική.

Το Ηράκλειο του 1958 ζωντανεύει μέσα από σκηνές της ταινίας «Το νησί της σιωπής», δίνοντάς μας μια ήρεμη και καθημερινή ματιά σε μια πόλη που μοιάζει τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Δεν είναι απλώς εικόνες· είναι μικρές στιγμές ζωής που καταγράφονται μέσα σε 2 λεπτά και 31 δευτερόλεπτα, με φόντο την πόλη που τότε ήταν πιο απλή, πιο ήσυχη, πιο αυθεντική.

Η κάμερα ξεκινά από το λιμάνι. Εκεί, όπως βρισκόταν μισό αιώνα πριν, με τις παλιές ψαρόβαρκες να λικνίζονται στο νερό και το Κούλε να στέκει στο βάθος, δίνει την εντύπωση πως ο χρόνος είχε σταματήσει. Όλα θυμίζουν παλιά ασπρόμαυρη καρτ ποστάλ — όχι κάποια στημένη σκηνή, αλλά εικόνες βγαλμένες από την καθημερινότητα.

Η διαδρομή συνεχίζεται. Ένα λεωφορείο της εποχής ανεβαίνει με αργό ρυθμό μια στροφή κοντά στην πύλη του Αγίου Γεωργίου, πολύ πριν γίνουν έργα για να αναδειχθεί. Εκεί όπου σήμερα βλέπουμε παγκάκια και δέντρα, τότε υπήρχε ένα μεγάλο κτίριο, ξεκάθαρο σημάδι μιας άλλης εποχής.

Μετά, η ταινία μάς μεταφέρει σε έναν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Μπροστά μας, μαγαζιά με βιτρίνες και περαστικοί, κι ανάμεσά τους ένας μικρός λούστρος. Κάθεται στα σκαλοπάτια και γυαλίζει παπούτσια. Ένα άλλο παιδί τον πλησιάζει και τον ρωτά πού βρίσκεται ο κινηματογράφος “Κρόνος”, γιατί θέλει να πάει να δει ένα ρεσιτάλ πιάνου. Η συνομιλία τους είναι φυσική, σαν να βλέπουμε δύο παιδιά σε μια τυχαία στιγμή της μέρας τους.

Εκείνα τα σκαλοπάτια ανήκουν στο κτίριο της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, που τότε λειτουργούσε ως κινηματογράφος με το όνομα «Μινώα». Ακριβώς απέναντί τους, η κρήνη Μοροζίνι, τα γνωστά Λιοντάρια, απ’όπου ρέει νερό, και ο μικρός ηθοποιός κοιτάζει εντυπωσιασμένος.

Τα δύο παιδιά αποφασίζουν να πάνε μαζί στον κινηματογράφο. Περπατούν χαλαρά και κουβεντιάζουν. Ο λούστρος θυμάται την ταινία «Τα Πάθη του Χριστού» που είχε δει παλαιότερα και λέει πως πλήρωσε το εισιτήριο κάνοντας επτά γυαλίσματα. Όπως περπατούν, ένας άντρας με ένα γαϊδουράκι περνά ήρεμα πίσω τους, σε έναν δρόμο σχεδόν άδειο από αυτοκίνητα και φασαρία.

Στο επόμενο πλάνο, φτάνουν στον κινηματογράφο Κρόνος. Εκεί, κόσμος έχει συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει τη συναυλία πιάνου που διοργανώνει η Ένωση Μουσικών Κρήτης. Το εισιτήριο κοστίζει 20 δραχμές. Η σκηνή είναι απόλυτα ρεαλιστική: άνθρωποι στέκονται έξω από το κτίριο, κάποιοι μιλούν μεταξύ τους, άλλοι περιμένουν υπομονετικά να μπουν.

Αυτό το μικρό κομμάτι της ταινίας αποτελεί απόσπασμα από μια μεγαλύτερη ιστορία, που έχει έντονο συναισθηματικό βάρος. Η υπόθεση αφορά δύο γιατρούς που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη θεραπεία της λέπρας, εργαζόμενοι στο λεπροκομείο της Σπιναλόγκα. Η ταινία παρουσιάζει τον αγώνα τους, αλλά και τη στιγμή που τελικά προσβάλλονται κι οι ίδιοι από τη νόσο. Κι όμως, ακόμα και τότε, δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια και την ελπίδα για ίαση.

Ακολούθησε το Cretans στο Google News και στο Facebook
Διάβασε τα καλύτερα θέματα για την παράδοση και την ιστορία της Κρήτης μόνο στο Cretans.gr
ΠΕΨΕ ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ ΣΤΣΙ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ