Όταν η Κρήτη ήταν Εμιράτο των Αράβων

Όταν η Κρήτη ήταν Εμιράτο των Αράβων

Στις αρχές του ένατου αιώνα, σε μία περίοδο που οι Βυζαντινοί μαστίζονταν από εσωτερικές έριδες κι επιπλέον είχαν στραμμένη την προσοχή τους στους πολέμους με τους Βούλγαρους, ένα νέος κίνδυνος εμφανίσθηκε για την κραταιά αυτοκρατορία. Σαρακηνοί πειρατές (μουσουλμάνοι σουνιτικού δόγματος), με επικεφαλής τον Αμπού Χαφέζ Ομάρ Α’ (Απόχαψις για τους Βυζαντινούς), καταλαμβάνουν με χαρακτηριστική ευκολία την Κρήτη και δημιουργούν εμιράτο («Imarah Krit» στα Αραβικά).

Ο Απόχαψις και οι άνδρες του είχαν καταστήσει την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ορμητήριό τους από το 816, μετά τη φυγή τους από τη μουσουλμανική Ανδαλουσία. Από εκεί εξεστράτευσαν κατά της Κρήτης και με μόλις 20 πλοία κατόρθωσαν να την καταλάβουν, δηλωτικό της χαλαρής στρατιωτικής παρουσίας του Βυζαντίου στο νησί.

Η κατάκτηση της Κρήτης ξεκίνησε το 823 και ολοκληρώθηκε το 828. Οι κατακτητές επέβαλαν ένα στυγνό καταπιεστικό καθεστώς, με βίαιους εξισλαμισμούς του πληθυσμού, καταστροφή χριστιανικών ναών, βασανισμούς κληρικών και αναγκαστική στρατολόγηση των νέων. Στόχος τους, η αλλοίωση της θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητας της μεγαλονήσου.

Με επίκεντρο τον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), πραγματοποιούν επιδρομές τους στα γύρω νησιά και παράλια, αποκομίζοντας πλούσια λεία και δούλους για το δουλεμπόριο της εποχής. Η αραβική κατάκτηση της Κρήτης δεν σήμαινε μόνο την απώλεια ενός σημαντικού στρατιωτικού ερείσματος για τους Βυζαντινούς, αλλά και τη συνεχή απειλή των νησιών και των παράλιων περιοχών της αυτοκρτορίας από τις ληστρικές επιδρομές των Σαρακηνών, με αποκορύφωμα την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον έλληνα εξωμότη Λέοντα Τριπολίτη (Ρασίκ αλ Βαρντάμι για τους Άραβες). Η απειλή αυτή έγινε μεγαλύτερη μετά την κατάληψη της Σικελίας από τους Αγλαβίδες εμίρηδες της Βόρειας Αφρικής, τους οποίους κάλεσε σύμφωνα με την παράδοση ο στασιαστής βυζαντινός ναύαρχος Ευφήμιος.

Οι Σαρακηνοί σφαγιάζουν σε νυχτερινή επιδρομή Βυζαντινούς που κοιμούνται.

Οι Σαρακηνοί σφαγιάζουν σε νυχτερινή επιδρομή Βυζαντινούς που κοιμούνται.

Το γεγονός αυτός θορύβησε την Κωνσταντινούπολη, η οποία αποφάσισε να δράσει άμεσα. Στον «ιερό πόλεμο» των Αράβων, το Βυζάντιο αντέταξε τη χριστιανική ιδέα κι έδωσε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις τον χαρακτήρα «σταυροφορίας», όπως επισημαίνει η διαπρεπής βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ. Κύριο μέλημά της, η αναδιοργάνωση του Ναυτικού, που θα βοηθούσε σταδιακά την αποκατάσταση της Βυζαντινής κυριαρχίας στη Μεσόγειο.

  «Είμαι Σύρος από την Κρήτη». Η αλήθεια πίσω από τις φωτογραφίες με τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν το 1923 στη Δαμασκό, το Χαλέπι και στο Χαμιντιέ

Το 825 ο πρωτοσπαθάριος Φωτεινός μαζί με τον κόμη Δαμιανό οργάνωσαν εκστρατεία, αλλά απέτυχαν. Την ίδια τύχη είχε και η εκστρατεία του στρατηγού Κρατερού το 826, που διέθετε μεγαλύτερες δυνάμεις. Παρότι κατέλαβε αρχικά τον Χάνδακα, δεν απέφυγε τελικά την ήττα. Μάλιστα, οι Σαρακηνοί τού επιφύλαξαν και ατιμωτικό θάνατο, σταυρώνοντάς τον ανάποδα. Ακολούθησαν οι αποτυχημένες προσπάθειες για την ανακατάληψη της Κρήτης από τους στρατηγούς Νικήτα Ωορύφα (828), που πάντως ανακατέλαβε τα νησιά των Κυκλάδων, Θεόκτιστο και Σέργιο Νικητιάτη (843).

Οι Σαρακηνοί σφαγιάζουν σε νυχτερινή επιδρομή Βυζαντινούς που κοιμούνται.

Οι Σαρακηνοί σφαγιάζουν σε νυχτερινή επιδρομή Βυζαντινούς που κοιμούνται.

Από τις αρχές του επόμενου αιώνα οι Βυζαντινοί επανέλαβαν τις προσπάθειές τους για την ανακατάληψη της Κρήτης. Το 911 η μεγάλη εκστρατεία με επικεφαλής τον λογοθέτη του δρόμου Ιμέριο απέτυχε, όπως και η ανάλογη του 956 υπό τον Κωνσταντίνο Γογγύλο. Στην επιχείρηση του Ιμέριου συμμετείχαν και 700 ναύτες Ρως (Ρώσοι), όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος.

Η ανάκτηση της Κρήτης επιτεύχθηκε, τελικά, από τον στρατηγό και μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, που είχε πολεμήσει κατ’ επανάληψη τους Άραβες. Ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη για τη διοργάνωση της εκστρατείας, με την έγκριση του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’. Η προετοιμασία της ήταν εντυπωσιακή και αποδεικνύει τη σημασία που αποδιδόταν στη νήσο από την αυτοκρατορία. Σύμφωνα με βυζαντινές πηγές, οργανώθηκε ένας στόλος από 3.300 πλοία για τη μεταφορά των οπλιτών (72.000 πεζοί και 5.000 ιππείς) και πολεμικού υλικού. Τα μισά από αυτά τα πλοία ήταν εφοδιασμένα με καταπέλτες για την εκτόξευση του «υγρού πυρός», του στρατηγικού όπλου των Βυζαντινών εκείνη την περίοδο.

Η τεράστια αρμάδα έφθασε στον Χάνδακα στις 13 Ιουλίου 960 και αποβίβασε τους στρατιώτες στη γειτονική ακτή του Αλμυρού. Αμέσως μετά, ο στόλος υπό τον δρουγγάριο Μιχαήλ απέκλεισε από θαλάσσης τον Χάνδακα, ενώ ο Φωκάς εκκαθάρισε τη γύρω περιοχή από τους Σαρακηνούς, αποκλείοντας και από την ξηρά τον Χάνδακα. Μία απόπειρα του αραβικού στρατού των επαρχιών της Κρήτης να σπάσουν τον αποκλεισμό απέτυχε παταγωδώς. Ελάχιστοι διασώθηκαν, οι δε Βυζαντινοί ανταπέδωσαν τη σκληρότητα των Αράβων, αφού ύψωσαν σε ξύλα τα κεφάλια των νεκρών γύρω από τα τείχη του Χάνδακα, για να κάμψουν το ηθικό των πολιορκημένων.

  Η Θρυλική "Γοργόνα" των Ματάλων

Στις 7 Μαρτίου 961 ο Φωκάς κατέλαβε τον Χάνδακα κι έθεσε τέλος στην Αραβοκρατία στη μεγαλόνησο, που σήμαινε και την αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Βυζαντινοί συμπεριφέρθηκαν με εκδικητική μανία στους ηττημένους. Οι σφαγές και οι λεηλασίες διήρκεσαν πολλές ημέρες, ενώ ο Χάνδακας κατεδαφίστηκε εκ θεμελίων και στη θέση του χτίστηκε μία νέα πόλη, με το όνομα Τέμενος. Ο τελευταίος εμίρης της Κρήτης Αβδούλ Αζίζ Κουρτουμπί (ο Κουρούπης των Βυζαντινών) και ο γιος του Νουμάν (Ανεμάς) συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη.

Η πολιορκία του Χάνδακα, μικρογραφία από την ιστορία του Σκυλίτζη

Η πολιορκία του Χάνδακα, μικρογραφία από την ιστορία του Σκυλίτζη

Τους επόμενους μήνες οι Βυζαντινοί φρόντισαν για τον εποικισμό της Κρήτης, τον εκχριστιανισμό των μουσουλμάνων κατοίκων της και την επαναφορά των εξισλαμισθέντων στη χριστιανική πίστη. Γνωστοί ασκητές, όπως ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης και ο Νίκων ο Μετανοείτε εργάστηκαν με ζήλο για το σκοπό αυτό. Μάλιστα, μέρος των τεράστιων θησαυρών που είχαν σωρεύσει οι Σαρακηνοί στον Χάνδακα, δόθηκε στον Αθανάσιο τον Αθωνίτη για την ίδρυση της μονής της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος.

Η Αραβοκρατία στην Κρήτη

Η Αραβοκρατία της Κρήτης παραμένει μια σχετικά σκοτεινή περίοδος λόγω της έλλειψης επαρκών πηγών για την εσωτερική ιστορία του εμιράτου. Επιπλέον, πέρα από ορισμένα τοπωνύμια που θυμίζουν την παρουσία των Σαρακηνών, δεν σώζονται αρχαιολογικά απομεινάρια της περιόδου, πιθανώς λόγω στοχευμένης βυζαντινής εκστρατείας καταστροφής τους μετά το 961. Το γεγονός αυτό έχει επηρεάσει τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το εμιράτο στην έρευνα: οι ιστορικοί, αναγκασμένοι να βασιστούν κυρίως σε βυζαντινές πηγές, παραδοσιακά το θεωρούν υπό βυζαντινό πρίσμα ως μια κατ’εξοχήν «πειρατική φωλιά», που επιβίωνε δια της πειρατείας και του δουλεμπορίου, και τίποτε άλλο.

  Πώς ήταν τα Χανιά τη δεκαετία του 1960!

Η εικόνα που παρουσιάζεται στις λίγες και σκόρπιες αναφορές από τον ισλαμικό κόσμο, από την άλλη, είναι αυτή ενός οργανωμένου κράτους με ομαλή οικονομία, νομισματική κυκλοφορία, και εκτεταμένους εμπορικούς δεσμούς, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Χάνδακας ήταν πολιτισμικό κέντρο κάποιας σημασίας. Τα ευάριθμα ευρήματα χρυσών, αργυρών, και χάλκινων νομισμάτων, σχεδόν σταθερού βάρους και σύνθεσης, πιστοποιούν μια εύρωστη οικονομία και υψηλό επίπεδο διαβίωσης.[57] Η οικονομία βασιζόταν στο εκτεταμένο εμπόριο με τον υπόλοιπο ισλαμικό κόσμο, και ιδιαίτερα με την Αίγυπτο, και σε μια ανθούσα γεωργία: η ανάγκη συντήρησης ενός ανεξάρτητου κράτους, καθώς και η πρόσβαση στις αγορές του ισλαμικού κόσμου, οδήγησαν στην εντατικοποίηση της καλλιέργειας. Είναι δε πιθανό η περίοδος της Αραβοκρατίας να είδε την εισαγωγή του ζαχαροκάλαμου στην Κρήτη.

Η τύχη των χριστιανών κατοίκων μετά την ισλαμική κατάκτηση είναι άγνωστη. Η παραδοσιακή άποψη είναι ότι είτε προσηλυτίστηκαν είτε εκδιώχθηκαν. Υπάρχουν όμως ενδείξεις στις μουσουλμανικές πηγές για συνεχιζόμενη παρουσία Χριστιανών στην Κρήτη ως υποτελούς ομάδας. Οι ίδιες πηγές όμως τονίζουν ότι οι Μουσουλμάνοι, είτε απόγονοι των Ανδαλούσιων, είτε πιο πρόσφατοι μετανάστες, είτε προσήλυτοι, αποτελούσαν σαφή πλειοψηφία.[59] Επιπλέον υπάρχουν ενδείξεις για εσωτερικές διαιρέσεις στο νησί, με τον Θεοδόσιο τον Διάκονο να αναφέρει ότι κατά την πολιορκία του Χάνδακα ήρθαν Κρήτες από την ορεινή ενδοχώρα για να αντιμετωπίσουν τον Νικηφόρο Φωκά, υπό τον ηγεμόνα τους Καραμούντη.[60] Φαίνεται ότι ο βυζαντινός, χριστιανικός πληθυσμός της υπαίθρου αφέθηκε σχετικά ανέπαφος, ενώ οι Μουσουλμάνοι (συμπεριλαμβανωμένων των ντόπιων προσηλύτων) επικρατούσαν στις πόλεις.

Οι Εμίρηδες της Κρήτης

Η διαδοχή των εμίρηδων της Κρήτης προκύπτει από τις αραβικές και βυζαντινές πηγές, αλλά κατά κύριο λόγο από τα νομίσματά τους. Οι χρονολογίες τους ως εκ τούτου είναι κατά προσέγγιση μόνο:

Ηγεμόνας Όνομα στις βυζαντινές πηγές Διακυβέρνηση
Αμπού Χαφς Ουμάρ (Α΄) αλ-Ικριτίσι Ἀπόχαψ/Ἀπόχαψις 827–855
Σουάιμπ (Α΄) ιμπν Ουμάρ Σαΐπης/Σαῆτ 855–880
Αμπού Αμπντ Αλλάχ Ουμάρ (Β΄) ιμπν Σουάιμπ Βαβδέλ 880–895
Μουχάμαντ ιμπν Σουάιμπ αλ-Ζαρκούν Ζερκουνῆς 895–910
Γιουσούφ ιμπν Ουμάρ ιμπν Σουάιμπ 910–915
Αλί ιμπν Γιουσούφ ιμπν Ουμάρ 915–925
Αχμάντ ιμπν Ουμάρ 925–940
Σουάιμπ (Β΄) ιμπν Αχμάντ 940–943
Αλί ιμπν Αχμάντ 943–949
Αμπντ αλ-Αζίζ ιμπν Σουάιμπ Κουρουπᾶς 949–961

Πηγές: sansimera, wikipedia

Σας άρεσε; Μοιραστείτε το

Δείτε και αυτά

Παρόμοια άρθρα