Ο Γεώργιος Σεϊμένης του Παύλου από την Ανώπολη Σφακίων, ήταν το πρώτο θύμα της Κρήτης στον Μακεδονικό αγώνα. Ένα παλικάρι 22 χρονών που ήταν από τους 10 πρώτους που έφτασαν στην Μακεδονία, στις 13 Ιουνίου 1903. Προδομένος από κάποιους που παρέστησαν τον φίλο, τον παρέδωσαν στους Βουλγάρους για να τον κατακρεουργήσουν και το σώμα του να δοθεί βορρά στα άγρια ένστικτά τους και να γίνει έτσι ο πρώτος εθελοντής που έδωσε το αίμα του για να διατηρηθεί η ελληνικότητα της Μακεδονίας μας.
Γεννήθηκε το 1881 στην Ανώπολη Σφακίων. Ήταν ένα παλικάρι σεμνό, χαρισματικό, ήσυχο, γεμάτο όρεξη για ζωή και είχε μέσα του άσβεστη τη φλόγα της λευτεριάς που του ενέπνευσαν οι δοξασμένοι πρόγονοί του. Είχε καταταγεί στην Κρητική Χωροφυλακή τιμώντας περήφανα την στολή του. Μα όταν σήμανε το εθνικό προσκλητήριο για την λύτρωση των Ελλήνων της Μακεδονίας, εκείνος άφησε την σιγουριά, την καριέρα και μισθό, για να τρέξει ολόχαρος προς την μάχη που θα του εξασφάλιζε τον τιμημένο θάνατο.
Ο Γιώργος Σεϊμένης παρουσιάστηκε σαν εθελοντής στην ομάδα του Ευθύμιου Καούδη και σύντομα ανέλαβε ομάδα σαν οπλαρχηγός. Εκπαιδευμένος στα όπλα από την προηγούμενη γενιά στην Ανώπολη και μαθημένος στις κακουχίες και στα κακοτράχαλα βουνά των Σφακιών είναι ένας άψογος οπλαρχηγός στην ομάδα. Όμως η μοίρα του θέλησε να είναι αυτός ο πρώτος που θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου στο θανατικό της Μακεδονίτικης γης για τους Κρητικούς εθελοντές μας. Ήταν 23 Ιουλίου του 1903. Να θυμίσουμε, εδώ, ότι ο θάνατος του Παύλου Μελά ήταν στις 13 Οκτωβρίου 1904, δηλαδή πάνω από ένα χρόνο μετά τον Σεϊμένη.

Ο Γιώργης Σεϊμένης, που σήμερα ελάχιστοι δυστυχώς γνωρίζουν την ύπαρξή του, ήταν κάτι σαν Άγιος για τους αγωνιστές του Μακεδονικού Αγώνα. Ο θάνατός του ενέπνευσε πάνω από 50 συγχωριανούς του να σηκωθούν από την Ανώπολη Σφακίων και να ανηφορίσουν στα κορφοβούνια της Μακεδονίας, στην υπηρεσία της ελληνικής εθνικής ιδέας. Όχι μόνο αδέλφια και ξαδέλφια, φίλοι και συμπατριώτες, αλλά και όλοι οι νέοι της Κρήτης ζητούσαν εκδίκηση για τον άτιμο θάνατο του παλικαριού. Το μένος των «εκδικητών του Σεϊμένη» θύμιζε πάθος βεντέτας. Συνολικά 3000 μαχητές στον Μακεδονικό αγώνα κατάγονταν από την Κρήτη, οι μισοί από αυτούς ήταν Σφακιανοί, οι 54 δε, κατάγονταν από την Ανώπολη. Από αυτούς οι 20 άφησαν τα ιερά οστά τους εκεί πάνω σε άγνωστους τόπους που σήμερα ανήκουν στα Σκόπια ή στη Βουλγαρία. Ο αδερφός του, ο Γιάννης Σεϊμένης ήταν ένας από αυτούς. Βρήκε τραγικό θάνατο σε κάποια τουρκική φυλακή δυο-τρία χρόνια αργότερα προσπαθώντας να δραπετεύσει.
Η παρουσία του Γιώργου Σεϊμένη στο πρώτο σώμα εθελοντών που στάλθηκε στη Μακεδονία τον Μάιο του 1903 με την ομάδα των δέκα Κρητικών και ο σφαγιασμός του από Βούλγαρους κομιτατζήδες στα υψώματα του Λεχόβου στις 23 Ιουλίου 1903, τον καθιστούν πρωτοπόρο και καταγράφεται στις σελίδες της Ελληνικής ιστορίας ως ο πρώτος νεκρός του Μακεδονικού Αγώνα, ο πρώτος νεκρός που έδωσε τη ζωή του για το μεγαλείο και τη δόξα της Ελλάδας.
Ο Μακεδονομάχος Γιάννης Καραβίτης αναφέρει στα απομνημονεύματά του για τον Γιώργο Σεϊμένη:
Η θυσία του “Πρωτομάρτυρα” της Κρήτης έστειλε τους Κρητικούς στην Μακεδονία για την “εκδίκηση του Σεϊμένη”.
«Πρωτομάρτυρας» του αγώνα θεωρείται ο Σεϊμένης για τον Καραβίτη, ο οποίος δίνει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του θανάτου του:
«Όταν έφυγαν απ’ το Λέχοβο ο Γ. Σεϊμένης ήταν βαρειά άρρωστος και δεν ημπορούσε να κινηθεί. Και ο καπετάν Βαγγέλης (Στρεμπενιώτης) είπε ότι ένας άνθρωπος ήταν και θα τον έκρυβαν οπωσδήποτε. Αλλά μόλις έφυγε ο καπετάν Βαγγέλης με τους Κρητικούς από το Λέχοβο εμβήκαν κομιτατζήδες υπό τον καπετάν Κόλε από την Μόκραινα της Κλεισούρας. Ένας Στέργιος Μπίμπης επρόδωσε τον δυστυχή Σεϊμένη. Οι κομιτατζήδες τον συνέλαβαν τον έσυραν αναίσθητο και παραληρούντα από τον πυρετό και τον εξετέλεσαν με λογχισμούς. Αυτός ο Γ. Σεϊμένης ήτο ο πρώτος αντάρτης μάρτυς του Μακεδονικού αγώνος. Ήταν νέος 22 ετών από την ιστορική οικογένεια των Ζαμπέτηδων από την Ανώπολη Σφακίων. […] Για τούτο, όχι μόνον η οικογένειά του […] αλλά και όλοι οι νέοι του χωριού μας, επήραν το ζήτημα τοπικά, ζήτημα του χωριού μας, και ορκίστηκαν να κάμουν τους βουλγάρους να πληρώσουν. […] Έβραζε το αίμα τους από ενθουσιασμό, πατριωτισμό και λύσσα εκδικήσεως».

Από την εφημερίδα του «Ελληνικού Βορρά» σημειώνεται πως:
«…εκ του συμπολίτου Ανδρέα Μ. Σεϊμένη, δι’ επιστολής του αναφέρει ότι: …ο πρωτομάρτυς του μακεδονικού αγώνος, Γεώργ. Παύλου Σεϊμένης εξ Ανωπόλεως Σφακίων παρέμεινεν εις Λέχοβον όχι διότι ησθένησεν, αλλά διότι είχε τραυματισθή και δεν ήτο δυνατόν να ακολουθήση τους εννέα ηρωϊκούς συντρόφους του, προδοθείς δε, κατακρεουργήθη υπό των κομιτατζήδων του βοεβόδα Κόλε. Είς το Λέχοβον σώζεται ακόμη ο τάφος του.»
26/5/1949

Ο Γεώργιος Δικώνυμος – Μακρής γράφει στα απομνημονεύματα του:
«…ανάμεσα από την Κλεισούρα και τη Μονή Τσιριλόβου, συναντηθήκαμε με μια βουλγαρική συμμορία, […]. σκοτώσαμε πέντε και πιάσαμε κι ένα ζωντανό, […]. Από τους δικούς μας κανείς δεν έπαθε. Μόνο φεύγοντας απ’ το Λέχοβο, είχαμε αφήσει εκεί έναν απ’ τους συντρόφους μας, τον Κρητικό Γεώργιο Σεϊμένη, γιατί ήταν άρρωστος. Αυτόν τον έπιασαν οι Βούλγαροι και τον έκαψαν ζωντανό επάνω στην κορυφογραμμή του Λεχόβου…»

Το χρονικό του θανάτου του
Το χρονικό έχει ως εξής: Στις 23 Ιουλίου ο Γεώργιος Σεϊμένης ακολουθεί την ομάδα αν και ασθενής, δεν μένει πίσω όπως τον συμβούλευσε ο Καούδης. Οι υπόλοιποι υπό τον Καούδη έχουν αναχωρήσει για την Καστοριά κι ο Σεϊμένης με τον Σκουντρή και μικρό Σώμα ανδρών κατευθύνονται στην Κλεισούρα. Φτάνοντας στο Λέχοβο κατόπιν προδοσίας του Μπίμπα όπως αναφέρει ο Καραβίτης τους έχουν στήσει καραούλι οι Βούλγαροι κομιτατζήδες που έχουν πληροφορηθεί την αναχώρηση του Καούδη του καπετάν Βαγγέλη και των πολεμιστών του. Τους κυκλώνουν στο Όστιμα (Τρίγωνο Φλώρινας) και ακολουθεί σκληρή μάχη σώμα με σώμα.
Στη μάχη τραυματίζεται σοβαρά ο Γιώργος Σεϊμένης. Εκείνοι αναχωρούν ελπίζοντας πως ένα άτομο είναι και θα τον κρύψουν. Αιχμαλωτίζεται, κατόπιν προδοσίας του Μπίμπα, όντας άρρωστος με υψηλό πυρετό, τον συλλαμβάνουν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες του Αντρέεβ Κόλεφ τραυματισμένο και τον βασανίζουν. Τον κατακρεούργησαν, τον αποκεφάλισαν περιφέροντας την κεφαλήν του… και τέλος τον έκαψαν στην Κλεισούρα.

Τον έκαψαν διότι όπως αναφέρουν αυτόπτες μάρτυρες:
«Δια τον δι’ αποκεφαλισμού φρικτό θάνατό του θρυλούνται πολλά, αφού η κομμένη κεφαλή του έφτυνε κατάμουτρα τους κομιτατζήδες, που τρομαγμένοι από το υπερφυσικό τούτο φαινόμενο, ετράπησαν σε φυγή και δεν ξανα-πολέμησαν». Αυτό δείχνει τη δύναμη ψυχής που είχε αυτό το παλληκάρι το οποίο αν δεν ήταν άρρωστο δεν θα αιχμαλωτίζετο.
Ο Καραβίτης συνεχίζει πιο κάτω στον δεύτερο τόμο του για τον Σεϊμένη:
«…Ημπορούσαν να τον θανατώσουν με μια χαριστική βολή επάνω στο κρεββάτι του, αλλά έδειξαν όλη την αιμοβορία και την αγριότητα που χαρακτηρίζει τη φυλή τους…»
Ήταν 23 Ιουλίου 1903.
Ο Γιώργης των Σεϊμένηδων από την Ανώπολη
Η Ανώπολη είναι ένα χωριό του Δήμου Σφακίων με πλούσια ιστορία. Τέσσερις φορές καταστράφηκε και πυρπολήθηκε, κατά τις περιόδους των Κρητικών επαναστάσεων, αφού πρώτα λεηλατήθηκε στο πέρασμα των αιώνων από κατακτητές. Οι κάτοικοί της, μετά τις καταστροφές έγιναν πρόσφυγες, αφού αναγκάστηκαν να μετοικήσουν σε άλλους τόπους και το χωριό ερημώθηκε.
Το χωριό είναι κτισμένο στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλης. Την εποχή εκείνη υπήρχαν δυο πόλεις. Η Ανώπολη και η Κάτω Πόλη, που ήταν γνωστή με το όνομα Φοίνικας, όπως αναφέρεται και στις Πράξεις των Αποστόλων στη θέση του σημερινού Λουτρού. Η αρχαία Ανώπολη υπόγραψε τη συνθήκη συμμαχίας των 30 Κρητικών πόλεων με τον Ευμένη και σαν ανεξάρτητη και ελεύθερη είχε κόψει δικά της νομίσματα. Στον οικισμό Ρίζα σώζονται πελασγικά τείχη που ο Pashley τα παρατήρησε σε μήκος 300 βημάτων και είχαν πάχος 6 και ύψος 5-11 πόδια. Ήταν πολυάνθρωπη και είχε λιμάνι τον Φοίνικα (Λουτρό Σφακίων).
Η ιστορική οικογένεια των Σεϊμένηδων της Ανώπολης, με καταγωγή από την σπουδαία ιστορική οικογένεια των Ζαμπέτηδων έχει προσφέρει άφθονο αίμα στους αγώνες για την λευτεριά της πατρίδος μας. Συνολικά δέκα περίπου άτομα θυσιάστηκαν στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο και μέχρι την εκστρατεία της Μικράς Ασίας. Άλλοι τόσοι έπεσαν στο Αλβανικό μέτωπο, στην μάχη της Κρήτης, στην αντίσταση.

Την ίδια περίοδο με τον Σεϊμένη τραυματίζονται ελαφρότερα άλλοι τρεις συμπολεμιστές του μεταξύ αυτών ο Εμμανουήλ Σκουντρής. Ο τελευταίος, μαζί με τους άλλους τρεις ελαφρά τραυματίες Έλληνες αντάρτες, μεταφέρθηκαν από τον Λάζαρο Τσάμη και τον Παπασταύρο στο σπίτι τους στο Πισοδέρι και νοσηλεύθηκαν πολλούς μήνες με θεράποντα ιατρό, τον Στέργιο Μάτσαλη που έστειλε το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου. Στο Πισοδέρι την εποχή εκείνη υπηρετούσε, ως διοικητής του τούρκικου λόχου, ο Εμίν εφέντης (Emin efendi), Τουρκοκρητικός στην καταγωγή, φίλος του Λάζαρου Τσάμη και φιλέλληνας.
Από τους Σεϊμένηδες εκτός των αδελφών Γεώργιου Δημήτριου και Ιωάννη Παύλου Σεϊμένη, στον Ηπειρωτικό αγώνα, έπεσε στις 23 Ιουνίου 1914, ο Μιχάλης Γεωργίου Σεϊμένης, ο δε Μανούσος Μιχ. Σεϊμένης, Ηπειρομάχος και Υπολοχαγός Πεζικού, πολέμησε στην απελευθέρωση της Χίου το 1912 και απεβίωσε λόγω των κακουχιών στους μετέπειτα πολέμους. Ο Ιωάννης Γ. Σεϊμένης στρατιώτης, απεβίωσε στην εκστρατεία της Μ. Ασίας στις 28 Ιουλίου 1923. Ο Ιωάννης Α. Σεϊμένης επίσης στρατιώτης, εχάθηκε κατά την οπισθοχώρηση του Ελλ. Στρατού στην Μ. Ασία τον Αύγουστο του 1922, και ο Ναπολέων Γ. Σεϊμένης άφησε την τελευταία του πνοή στα χαρακώματα του πολέμου στις 27 Σεπτεμβρίου 1923 στην Μικρά Ασία.

Οι Σφακιανοί και η Κρήτη στον Μακεδονικό αγώνα
Η είδηση για τον θάνατο του Γεώργιου Σεϊμένη διαδόθηκε στο στράτευμα και στα αντάρτικα σώματα των Κρητών σαν κεραυνός. Όλοι έμειναν μουδιασμένοι αλλά κι αγριεμένοι για εκδίκηση. Αυτή η πεισμώδης εκδίκηση ήταν που έφερε τα μισά Σφακιά στη Μακεδονία.
Χαρακτηριστική η φράση ακόμα και γυναικών στα Σφακιά:
«…ήτανε ντροπή για μια οικογένεια τση Κρήτης να μην έχει ένα άθρωπό τση στο Μακεδονικό αγώνα»
Την φράση αυτή επαναλάμβανε πολλές φορές στη ζωή της η Χριστίνα Μαρκάκη – Σεργάκη από το χωριό Εμπρόσνερος Αποκορώνου. Ο πατέρας της ο Μανούσος Μαρκάκης, ήταν Μακεδονομάχος, στο εθελοντικό σώμα του Ανθυπολοχαγού Γεωργίου Τσόντου- Βάρδα.

Από τον Μάιο του 1903 με την αποστολή των τεσσάρων πρώτων Κρητών, – για την ακρίβεια Σφακιανών -, στη Μακεδονία (Γεώργιος Πέρρος, Ευθύμιος Καούδης, Λαμπρινός Βρανάς και Γεώργιος Δικώνυμος- Μακρής) ως το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα το 1909, από τους 6.000 εθελοντές που πήραν μέρος, οι σχεδόν 3000 ήταν Κρητικοί.ως το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα το 1909, από τους 6.000 εθελοντές που πήραν μέρος, οι σχεδόν 3000 ήταν Κρητικοί.

Ο πρώτος που πάτησε στην Μακεδονική γη που βρισκόταν υπό τουρκική κυριαρχία, ήταν ο Γ. Πέρρος παριστάνοντας τον ζωέμπορο, μεταφέροντας στο σακούλι του επιστολές και έγγραφα του Γερμανού Καραβαγγέλη προς το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου (Μπίτολα).
Η παρουσία του πρώτου αντάρτικου Σώματος των 10 Κρητικών από την ελεύθερη Ελλάδα, αν και πολύ σύντομη, λειτούργησε ιδιαίτερα ευεργετικά για τον ελληνικό αγώνα στην Μακεδονία. Η πείρα που απέκτησαν αποδείχθηκε πολύτιμη και αρκετοί από αυτούς, όπως ο Ιωάννης Καραβίτης, ο Ευθύμιος Καούδης ή ο Γεώργιος Δικώνυμος- Μακρής, διέπρεψαν αργότερα ως Αρχηγοί Σωμάτων. Οι συγκρούσεις με τις Βουλγαρικές συμμορίες, η εφαρμοζόμενη τακτική τους, η ικανότητα τους στην σκοποβολή, ο βαθμός της εν γένει στρατιωτικής τους κατάρτισης, ενθάρρυναν τους Κρητικούς να συνεχίσουν με επιτυχία τις προσπάθειες τους και να δώσουν ένα ευοίωνο σάλπισμα αφύπνισης για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.
Ο πόθος των Κρητικών για λευτεριά, η πολύχρονη τουρκική σκλαβιά και ο φριχτός θάνατος από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες του εθελοντή Γεώργιου Π. Σεϊμένη, ήταν οι αιτίες και η αφορμή της μεγάλης συμμετοχής των Κρητικών στον Μακεδονικό Αγώνα που έφερε την νίκη και την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Μιας Μακεδονίας που από τη συνθήκη των Σεβρών, ήδη άρχισε να γίνεται κομματάκια, βορρά στον κάθε σύμμαχο της Ελλάδος και στα εκάστοτε συμφέροντα των πολιτικών.

Από καταγραφές του ΓΕΣ βλέπουμε ότι οι Κρητικοί που σκοτώθηκαν και “έμειναν για πάντα” στη Μακεδονική γη ήταν:
- Αρχηγοί- Οπλαρχηγοί: 13
- Oμαδάρχες: 12
- Εθελοντές Οπλίτες: 639
- Εθελοντές σε σώματα μη Κρητικών:108
- Σύνολο : 769
Βαρύς ο φόρος που πλήρωσε η Κρήτη στη Μακεδονία. Κι όμως σε κανένα βιβλίο στα σχολεία δεν διδάχτηκε ποτέ αυτό το ένδοξο έπος. Όπως δεν διδάχτηκε ποτέ η Πρώτη θυσία η Πρώτη επανάσταση κατά του Τούρκου κατακτητή από τον Ανωπολίτη Εθνομάρτυρα Δασκαλογιάννη καθώς και τους 40 πρώτους μάρτυρες (τους ιερείς και πρόκριτους των Σφακιών) ή τους εκατοντάδες αγωνιστές και άμαχους χωρικούς των Σφακίων. Έμελλε η Ανώπολη τελικά να δώσει φόρο τιμής τον πρώτο της νεκρό στον αγώνα. Για την λευτεριά μας για τον ελληνισμό.
Για τους Κρήτες μάρτυρες η λαϊκή μας μούσα τραγούδησε:
«Με γέλασ’ ο αυγερινός , τ’ άστρα και το φεγγάρι
και βγήκα νύχτα στα βουνά, πρίχου να ξημερώσει
κι άκουσα στοι κυπάρισσους κι άκουσα και τσοι πρίνους,
άκουσα πέτρες και κλαδιά να λένε μοιρολόγια.Εκλαίγανε τσοι Κρητικούς που είναι σκοτωμένοι,
στην Ήπειρο στσοι πόλεμους και στη Μακεδονία ,
εκλαίγαν και θρηνούσασι τσοι αναγυρισμένους…»
Με πληροφορίες από το Νόστιμον Ήμαρ













