διαγουμίζω

Μοιραστείτε:

– εξολοθρεύω
– λεηλατώ, αρπάζω πράγματα που δε μου ανήκουν

Ετυμολογία
μεσαιωνική ελληνική

Συνώνυμα:
διαγουμιστής
« Επιστροφή στο ευρετήριο