Τουρκοκρητικοί – Ποιοί ήταν οι κρητόφωνοι μουσουλμάνοι της Κρήτης

Η φυλετική ταυτότητα των Τουρκοκρητών είναι αμφιλεγόμενη μέχρι τις μέρες μας, καθώς κατατάσσονται άλλοτε ως ελληνόφωνοι Τούρκοι και άλλοτε ως εξισλαμισμένοι Έλληνες.

Οι Τουρκοκρητικοί ή μουσουλμάνοι της Κρήτης, ήταν μια πληθυσμιακή ομάδα της Μεγαλονήσου από την εποχή της κατάκτησης του νησιού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1669, μέχρι την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923. Στην Κρήτη δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ μαζικά Οθωμανοί από την Ανατολία, πλην των μόνιμων στρατευμάτων για την επάνδρωση και φύλαξη των φρουρίων που έστελνε η Υψηλή Πύλη. Οι μουσουλμάνοι της Κρήτης ήταν κρητικής καταγωγής και ομιλητές της κρητικής διαλέκτου. Ελάχιστοι εξ αυτών μιλούσαν και έγραφαν την τουρκική γλώσσα, την οποία διδάσκονταν ως δεύτερη. Θεωρούμενοι δε ως «διαρκώς τελούντες υπό τα όπλα», ουδέποτε κλήθηκαν να υπηρετήσουν στον τακτικό οθωμανικό στρατό, παρά κατατάσσονταν στα κατά τόπους γενιτσαρικά τάγματα (ορτάδες) και καλούνταν γενίτσαροι από τους χριστιανούς Κρητικούς. Οι Τουρκοκρητικοί αποτελούσαν, σε διάφορες περιόδους, περίπου το 1/8 έως 1/2 του πληθυσμού της Κρήτης. Η φυλετική ταυτότητα των Τουρκοκρητών είναι αμφιλεγόμενη μέχρι τις μέρες μας, καθώς κατατάσσονται άλλοτε ως ελληνόφωνοι Τούρκοι και άλλοτε ως εξισλαμισμένοι Έλληνες.

Οι Τουρκοκρήτες πλέον ζούν στη Μέση Ανατολή και κυριότερα στα δυτικά παράλια της Τουρκίας, στο Λεβάντε, την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Μεγάλο μερίδιό τους διατηρεί μέχρι σήμερα την ελληνική γλώσσα και σε κάποιο βαθμό τα κρητικά ήθη και έθιμα όπως τις μαντινάδες. Ο πληθυσμός τους σήμερα εκτιμάται πως ξεπερνάει τα 450.000 άτομα.

Τουρκοκρητικοί
Τουρκοκρητικοί με τοπικές ενδυμασίες (τέλη 19ου – αρχές 20ού αι.).

Ιστορικά στοιχεία

Οι Τουρκοκρήτες ήταν είτε χριστιανοί Κρητικοί που εξισλαμίσθηκαν μαζικά σε διάφορες περιόδους, προκειμένου να αποφύγουν τον κεφαλικό φόρο των απίστων (jizya), είτε μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες οι οποίοι εξισλαμίσθηκαν οικειοθελώς μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κρήτης, ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν στο ακέραιο τις περιουσίες και τα αξιώματά τους. Κατά κανόνα δεν μιλούσαν την τουρκική και δεν τηρούσαν τους τύπους της μουσουλμανικής πίστης, καθώς έπιναν κρασί ή έτρωγαν χοιρινό κρέας κλπ. Χαρακτηριστικό είναι ότι αρκετοί εξισλαμίσθηκαν οικειοθελώς, σε περιπτώσεις διενέξεων, ενδοοικογενειακών ή μη (βεντέτας), ώστε, π.χ. να αρπάξουν την περιουσία του αδελφού τους ή να ξεκληρίσουν -ατιμωρητί, φυσικά- την οικογένεια με την οποία είχαν διαφορές. Το σώμα των γενίτσαρων και οι μπεκτασίδες συνέβαλαν στην ανάπτυξη του Ισλάμ στην Κρήτη. Οι μπεκτασίδες αντιμετώπιζαν με επιείκεια τους νεοφώτιστους μουσουλμάνους, έτσι ώστε να διατηρούν κάποιες από τις θρησκευτικές τους αντιλήψεις. Στους μπεκτασίδες ανήκαν οι περισσότεροι από τους 17 τεκέδες (μουσουλμανικά μοναστήρια), που ιδρύθηκαν στην Κρήτη μεταξύ των ετών 1645-1669. Μαζικοί εξισλαμισμοί δεν έγιναν στην Κρήτη μεταξύ των ετών 1669-1770. Η οθωμανική αυτοκρατορία είχε απαγορεύσει να γίνονται βίαιοι εξισλαμισμοί. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η ανάγκη είσπραξης φόρων. Οι περισσότεροι εξισλαμισμοί αυτής της περιόδου οφείλονταν στην επιδίωξη της κοινωνικής βελτίωσης από την πλευρά των χριστιανών και στην επιθυμία προστασίας από τον μουσουλμανικό νόμο.

Ιδιαίτερη κατηγορία εξαιρετικά σκληρών Τουρκοκρητών της υπαίθρου ήταν οι λεγόμενοι Αμπαδιώτες, που κατοικούσαν κυρίως στην περιοχή του Αμαρίου, νοτιοανατολικά της Ίδης. Ακόμη, από το τέλος των Ορλωφικών (γνωστά στην Κρήτη ως «Επανάσταση του Δασκαλογιάννη») μέχρι και το 1821, έδρασαν στην κρητική ύπαιθρο αρκετοί – ντόπιοι αλλά και επήλυδες – γενίτσαροι, οι οποίοι αναφέρονται ως σκληροί διώκτες του χριστιανικού στοιχείου. Οι πιο γνωστοί εξ αυτών ήταν οι Αγριολίδης, Αληδάκης, Αφεντάκης, Μπεντρής, Τσούλης, Χανιαλής κ.ά. Κατά τα έτη 1770-1821 εντάθηκε η καταπίεση του χριστιανικού πληθυσμού με αποτέλεσμα να αυξηθεί ραγδαία ο αριθμός των μουσουλμάνων στην Κρήτη με βίαιους εξισλαμισμούς.

Το 1812, μετά από διαμαρτυρίες του χριστιανικού στοιχείου αλλά και των Οθωμανών πασάδων που υπηρετούσαν στην Κρήτη, η Πύλη έστειλε τον Χατζή Οσμάν Πασά με διαταγή να εξολοθρεύσει τους ανυπότακτους γενιτσάρους, πράγμα που πέτυχε σε αρκετά μεγάλο βαθμό στις δυτικές επαρχίες, όπου το διάστημα 1812-1813 εκτέλεσε, μεταξύ άλλων, τους Μπεντρή, Καρακάση και Χανιαλή. Συνολικά, αναφέρεται πως εξόντωσε περισσότερους από εξήντα παρανόμους και ότι η δράση του (που του απέδωσε το παρωνύμιο «Πνίγαρης») μείωσε αισθητά την εγκληματικότητα των γενιτσάρων.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι μουσουλμάνοι της Κρήτης έθεταν εμπόδια στην άσκηση της χριστιανικής λατρείας, παρ’ ότι επίσημα αυτή επιτρεπόταν. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρεπόταν η ίδρυση χριστιανικών ναών, η διαπλάτυνση παλαιότερων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απαγορεύονταν και οι κωδωνοκρουσίες. Στη διάρκεια της Αιγυπτιοκρατίας (1830-1840) βελτιώθηκε η κοινωνική θέση των χριστιανών. Μετά το Hatt-i Humayun, το 1856, χαλάρωσαν οι απαγορεύσεις και άρχισε σταδιακή μεταστροφή των μουσουλμάνων της Κρήτης ή κρυπτοχριστιανών στον χριστιανισμό. Ακόμα και ολόκληρα χωριά άλλαζαν θρήσκευμα. Έτσι, ο αριθμός των χριστιανών στην Κρήτη από 70-90 χιλιάδες άτομα στην αρχή της αιγυπτιοκρατίας (1830) αυξήθηκε σε σχεδόν 216 χιλιάδες στην απογραφή του 1857. Αντίστοιχα ο αριθμός των μουσουλμάνων αυξήθηκε από περίπου 40 σε 62 χιλιάδες άτομα, κυρίως λόγω των γεννήσεων. Και μετά τη δημοσίευση του Hatt-i Humayun νεοφώτιστοι χριστιανοί οδηγούνταν προσωρινά στις φυλακές, απ’ όπου απελευθερώνονταν με παρεμβάσεις Δυτικών διπλωματών ή ανωτέρων Τούρκων αξιωματούχων.

Η μαζική αναχώρηση των Τουρκοκρητικών άρχισε μετά το τέλος της επανάστασης του 1897 και την ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας, όταν αρνούμενοι να τεθούν υπό τη διοίκηση χριστιανού ύπατου αρμοστή εγκατέλειψαν οικειοθελώς την Κρήτη και εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές της οθωμανικής επικράτειας όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, η Προύσα, το Ικόνιο, η Συρία, η Βεγγάζη και τα Δωδεκάνησα.

Τον Ιανουάριο του 1899, στα πλαίσια των πρώτων ελεύθερων εκλογών στην Κρήτη, εξελέγησαν 50 μουσουλμάνοι πληρεξούσιοι (έναντι 138 χριστιανών). Ακολούθησε νέο μεταναστευτικό κύμα κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων. Λόγω της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών του 1923 αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την Κρήτη και οι τελευταίοι μουσουλμάνοι της Κρήτης με ελάχιστες εξαιρέσεις ατόμων που είχαν διακριθεί για τη φιλοχριστιανική τους στάση επί Τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες υπήρχαν και περιπτώσεις ατόμων (κυρίως γυναικών) που παρέμειναν στην Κρήτη μετά από εκχριστιανισμό. Ενδιάμεσα, οι Τουρκοκρητικοί που είχαν εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία, έλαβαν ενεργά μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 εναντίον του Ελληνικού Στρατού.

Εθνολογικός χάρτης της Κρήτης το 1861
Εθνολογικός χάρτης της Κρήτης το 1861. Τούρκικος πληθυσμός με κόκκινα, Ελληνικός πληθυσμός με μπλε.

Προσωπικότητες

  • Αγριολίδης (18ος – 1828), οπλαρχηγός
  • Ιμπραήμ Αληδάκης (18ος αι.), οπλαρχηγός
  • Χουσεΐν Πασάς Γομπάκης, ναύαρχος του οθωμανικού στόλου
  • Αλή Ναΐπ Ζαδέ (19ος αι. – 20ός αι.), Έλληνας πολιτικός από τα Χανιά
  • Αμπντούλ Καλημεράκης (19ος αι. – 20ός αι.), Χανιώτης παραδοσιακός λυράρης και οργανοποιός
  • Μουσταφά Καραγκιουλές (1845-1930), παραδοσιακός βιολιστής (από τα Καλλεργιανά Κισσάμου)
  • Μεχμέτ Αγάς Καρακάσης (19ος αι.), δήμαρχος Ιεράπετρας
  • Αχμέτ Ρεσμί Εφέντι (1700-1783), Οθωμανός διπλωμάτης
  • Μεχμέτ Σταφιδάκης (1878-1908), Χανιώτης παραδοσιακός μουσικός
  • Αλή Σουμάνης (19ος αι. – 20ος αι.), Γεραπετρίτης παραδοσιακός μουσικός
  • Βεντάτ Τεκ (1873–1942), Τούρκος αρχιτέκτονας
  • Σαντί Τσαλίκ (1917-1979), Τούρκος γλύπτης

Ιστορικός πληθυσμός Τουρκοκρητικών στην Κρήτη

Απογραφή Τουρκοκρήτες Ποσοστό Συνολικός πληθυσμός
1819 104.536 49,3% 212.042
1858 62.138 22,2% 278.908
1881 72.353 26,2% 276.208
1900 33.496 11% 303.543
1911 27.852 8,3% 336.151
1920 22.999 6,6% 346.584

Πηγή: Wikipedia

ΠΕΨΕ ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ ΣΤΣΙ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ